Sunday

Γαρίδες σαγανάκι με ντομάτα και φέτα

 


Υλικά

500 γρ. γαρίδες καθαρισμένες
2 ώριμες ντομάτες τριμμένες (ή 400 γρ. κονκασέ)
1 μικρό κρεμμύδι ψιλοκομμένο
2 σκελίδες σκόρδο, ψιλοκομμένες
100- 150 γρ. φέτα τριμμένη ή σε κομμάτια
3 κ. σ. ελαιόλαδο
50 ml ούζο ή λευκό κρασί (προαιρετικά)
1/2 κ. γλ. πάπρικα
Αλάτι, πιπέρι
Λίγο μαϊντανό ψιλοκομμένο

Εκτέλεση

Σε ένα τηγάνι ζεστάνετε το ελαιόλαδο και σοτάρετε το κρεμμύδι μέχρι να γίνει διάφανο. Προσθέστε το σκόρδο και ανακατέψτε για λίγα δευτερόλεπτα.
Ρίξτε τις ντομάτες και αφήστε τη σάλτσα να σιγοβράσει για 10-15 λεπτά, μέχρι να δέσει. Προσθέστε αλάτι, πιπέρι και πάπρικα.
Σβήστε με ούζο ή λευκό κρασί (αν χρησιμοποιήσετε) και αφήστε να εξατμιστεί το αλκοόλ.
Προσθέστε τις γαρίδες και μαγειρέψτε για 3- 5 λεπτά, μέχρι να ροδίσουν και να γίνουν ζουμερές.
Τέλος, ρίξτε τη φέτα και ανακατέψτε απαλά, ώστε να μαλακώσει χωρίς να λιώσει εντελώς.
Πασπαλίστε με μαϊντανό και σερβίρετε αμέσως, με φρέσκο ψωμί.

Το γαλακτομπούρεκο σε αλλη συνταγη

 


Η επιλογή να γίνει σε ατομικά κομμάτια δεν είναι τυχαία. Κάνει το τύλιγμα πιο ελεγχόμενο, το ψήσιμο πιο ομοιόμορφο και το σερβίρισμα απλό και «τίμιο». Είναι γλυκό που δεν χρειάζεται πιάτο απαραίτητα· το πιάνεις, το μυρίζεις και καταλαβαίνεις τι σε περιμένει. Αν ψάχνεις γαλακτομπούρεκο που να θυμίζει παλιά καλή ζαχαροπλαστική σπιτιού, εδώ είσαι.

Υλικά

  • 1 πακέτο φύλλο κρούστας για γλυκά
  • 1,2 λίτρα φρέσκο γάλα
  • 210 γρ. ζάχαρη
  • 190 γρ. σιμιγδάλι (μείγμα χοντρού και ψιλού)
  • 5 κρόκοι αυγών
  • 2 βανίλιες
  • 1 πρέζα αλάτι
  • 120 γρ. βούτυρο για την κρέμα
  • 170 γρ. βούτυρο λιωμένο για τα φύλλα

Για το σιρόπι:

  • 3 φλιτζάνια τσαγιού νερό
  • 3 φλιτζάνια τσαγιού ζάχαρη
  • 1 κουταλιά της σούπας γλυκόζη
  • Μισό λεμόνι

Εκτέλεση

Ξεκινάμε από το σιρόπι. Σε κατσαρόλα βάζουμε το νερό, τη ζάχαρη, τη γλυκόζη και το λεμόνι και, μόλις πάρουν βράση, μετράμε περίπου 6 λεπτά. Αποσύρουμε και αφήνουμε το σιρόπι να κρυώσει εντελώς.

Για την κρέμα, ζεσταίνουμε σε χαμηλή φωτιά το γάλα μαζί με τη ζάχαρη και το αλάτι, ανακατεύοντας συνεχώς. Κρατάμε λίγο γάλα στην άκρη και εκεί διαλύουμε το σιμιγδάλι. Μόλις το γάλα ζεσταθεί καλά, προσθέτουμε το σιμιγδάλι και συνεχίζουμε το ανακάτεμα μέχρι να πήξει η κρέμα, χωρίς να σφίξει υπερβολικά. Κατεβάζουμε από τη φωτιά, ρίχνουμε τις βανίλιες και το βούτυρο της κρέμας και ανακατεύουμε μέχρι να λιώσει. Αφήνουμε λίγο να πέσει η θερμοκρασία και προσθέτουμε τους κρόκους, ανακατεύοντας γρήγορα. Η κρέμα αφήνεται να χλιαρίνει πριν το τύλιγμα.

Απλώνουμε ένα φύλλο στον πάγκο, το βουτυρώνουμε ελαφρά και το διπλώνουμε κατά μήκος. Κόβουμε σε ίσες λωρίδες και τοποθετούμε μια γεμάτη κουταλιά κρέμας σε κάθε κομμάτι. Διπλώνουμε τις άκρες και ρολάρουμε σφιχτά. Τοποθετούμε τα ρολάκια σε βουτυρωμένο ταψί, αλείφουμε με το υπόλοιπο βούτυρο και ραντίζουμε ελαφρά με λίγο νερό. Βάζουμε το ταψί στο ψυγείο για 15 λεπτά.Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο, στις αντιστάσεις, χαμηλά, για 50–60 λεπτά μέχρι να πάρει βαθύ χρυσαφένιο χρώμα. Μόλις βγει από τον φούρνο, σιροπιάζουμε αμέσως με το κρύο σιρόπι και αφήνουμε να σταθεί.

Το γαλακτομπούρεκο που δεν λασπώνει ποτέ και εξαφανίζεται από το ταψί

Αφού κρυώσει, το γαλακτομπούρεκο αποκτά την τελική του υφή και δίνει κομμάτια που κρατούν σχήμα και γεύση μέχρι την τελευταία μπουκιά.

Wednesday

Πού τρώμε στον Πειραιά

 10 διευθύνσεις από τα βράχια της Πειραϊκής ως το Μικρολίμανο!!!10 γαστρονομικές στάσεις αποδεικνύουν ότι ο Πειραιάς είναι κορυφαίος προορισμός φαγητού.


Varoulko Seaside

Από τα τηγάνια του 1944 στο Χατζηκυριάκειο μέχρι τη δημιουργική κουζίνα πάνω στο Μικρολίμανο, η πόλη συγκεντρώνει σήμερα μερικά από τα καλύτερα τραπέζια της Αττικής, και τα περισσότερα με θέα θάλασσα. Δέκα δοκιμασμένες διευθύνσεις, για κάθε διάθεση και budget.

1. Δουράμπεης, Καστέλλα

Στο ίδιο σημείο από το 1932, στην τρίτη γενιά της οικογένειας, με φήμη ότι ψήνει το καλύτερο ψάρι της Αττικής. Το μυστικό είναι η απλότητα: άψογη πρώτη ύλη, σωστό κάρβουνο, η περίφημη πράσινη σαλάτα του και τίποτα περιττό.

Διεύθυνση: Ακτή Δηλαβέρη 29
Tηλέφωνο επικοινωνίας: 210 4122092

2. Varoulko Seaside, Μικρολίμανο

Εδώ μαγειρεύει ο άνθρωπος που το 2002 έγινε ο πρώτος Έλληνας σεφ με αστέρι Michelin, καθώς το Βαρούλκο ήταν το πρώτο εστιατόριο ελληνικής κουζίνας στη χώρα που το κατέκτησε και το κράτησε για πάνω από δύο δεκαετίες. Ο Λευτέρης Λαζάρου σερβίρει δημιουργική, αμιγώς θαλασσινή κουζίνα πάνω στο νερό: πανακότα κρεμμυδιού με καραβίδα και χαβιάρι, ριζότο σουπιάς με μελάνι.

Διεύθυνση: Ακτή Κουμουνδούρου 52-54
Tηλέφωνο επικοινωνίας: 210 5228400

3. Παπαϊωάννου, Μικρολίμανο

Πάνω από 25 χρόνια σημείο αναφοράς της εκλεκτής ψαροφαγίας. Εδώ η πρώτη ύλη μιλά από μόνη της: ταλιάτα τόνου, ψάρι σχάρας που δεν χρειάζεται τίποτα, ωμά και ζυμαρικά της στιγμής. Ακριβό, αλλά ξέρεις τι πληρώνεις.

Διεύθυνση: Ακτή Κουμουνδούρου 42
Tηλέφωνο επικοινωνίας: 210 4225059

4. Piscis, Μικρολίμανο

Η νεότερη γενιά του λιμανιού: Παναγιώτης Γιακαλής, Σπύρος Τσόκας και Πέτρος Φωτείνης, μαγειρεύουν μοντέρνα ψαροφαγία, ελληνικό σεβίτσε με ντομάτα και δυόσμο, τάκος μπακαλιάρου, σε τιμές αισθητά πιο φιλικές από τους γείτονές του. Από τις πιο έξυπνες σχέσεις ποιότητας-τιμής στο μεγάλο λιμάνι.

Διεύθυνση: Ακτή Κουμουνδούρου 30
Tηλέφωνο επικοινωνίας: 210 4170772

5. Μαργαρώ, Χατζηκυριάκειο

Δίπλα στην είσοδο της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, με το πιο σύντομο μενού της χώρας εδώ και 80 χρόνια: τηγανητές γαρίδες, τηγανητά μπαρμπούνια, χωριάτικη. Τέλος. Το ιστορικό τηγανάδικο του 1944 παραμένει στα χέρια των εγγονών της Μαργαρώς και το τηγάνι του είναι ακόμα από τα πιο νόστιμα της πόλης.

Διεύθυνση: Λεωφ. Χατζηκυριακού 126
Tηλέφωνο επικοινωνίας: 210 4514226

6. Το Ειδικόν, Ταμπούρια

Η τελευταία αυθεντική μπακαλοταβέρνα του Πειραιά, ανοιχτή από το 1920 και σχεδόν ανέγγιχτη: μωσαϊκό δάπεδο, ξύλινη παγωνιέρα του 1938, ρετσίνα από το βαρέλι. Στέκι κάποτε του Τσιτσάνη και του Καζαντζίδη. Μενού πέντε-έξι πιάτων: κεφτεδάκια, συκωταριά, φάβα, ντομάτα με ρίγανη και ελιές.

Διεύθυνση: Ψαρών 38 & Σαλαμίνος
Tηλέφωνο επικοινωνίας: 210 4612674

7. Το Υπερωκεάνειον, Χατζηκυριάκειο

Ουζερί καπετάνιου, κυριολεκτικά: το άνοιξε ο καπετάνιος Ανδρέας Καντσός, με διακόσμηση υπερωκεάνιου και φρέσκο ψάρι σε λογικές τιμές. Η γαριδομακαρονάδα και το ψητό χταποδάκι έχουν φανατικό κοινό που φτάνει ως εδώ από την άλλη άκρη της Αθήνας.

Διεύθυνση: Μαρίας Χατζηκυριακού 48
Tηλέφωνο επικοινωνίας: 210 4180030

8. Θέα Θάλασσα, Πειραϊκή

Τραπέζια λίγα μέτρα από το κύμα στην Ακτή Θεμιστοκλέους και αποκλειστικά φρέσκο ελληνικό ψάρι από συνεργαζόμενα καΐκια. Το χταπόδι σχάρας είναι ο λόγος που ξαναπάς, ενώ τα ζυμαρικά θαλασσινών με μπισκ αστακού ο λόγος που το λες και σε άλλους. Και το ηλιοβασίλεμα στον Σαρωνικό, κερασμένο.

Διεύθυνση: Ακτή Θεμιστοκλέους 344
Tηλέφωνο επικοινωνίας: 210 4132070

9. Yaboo, Λιμάνι

Η έκπληξη της χρονιάς στην «άχαρη» πλευρά του εμπορικού λιμανιού: μενού με υπογραφή Γεωργιάννας Χιλιαδάκη και λίστα κρασιών από τον Master of Wine Κωνσταντίνο Λαζαράκη. Πεϊνιρλί «παστίτσιο» με Black Angus, χυλοπίτες cacio e pepe με αυγοτάραχο. Το πιο φιλόδοξο νέο τραπέζι του λιμανιού.

Διεύθυνση: Ακτή Κονδύλη 4
Tηλέφωνο επικοινωνίας: 210 4224476

10. Kitschen, Κέντρο

Το όνομα παντρεύει το «kitchen» με το «kitsch», και το ίδιο κάνει και το πιάτο: ασιατικοί μεζέδες και dim sum που μοιράζεσαι, με ελληνική πρώτη ύλη και πειραγμένα κοκτέιλ. Πίσω του ο σεφ Dimitri Liem (πατέρας Ινδονήσιος, μητέρα Κερκυραία) στα dumplings και ο Σπύρος Μινέτος (πατέρας Κεφαλονίτης, μητέρα Κορεάτισσα) στο μπαρ. Σούσι με ελληνικό ψάρι, ντάμπλινγκς με παντζάρι και μίσο, τέμπουρα κουνουπίδι. Θέλει κράτηση, και το αξίζει.

Διεύθυνση: Κανάρη 5, Πειραιάς
Tηλέφωνο επικοινωνίας: 213 0349908





Εκεί που μία ολόκληρη οικογένεια καθαρίζει γαριδάκι στη σάλα της ταβέρνας

Επίσκεψη στη Λαγκάδα της Χίου και στην ταβέρνα «Ο Πάσσας» για φρέσκο γαριδάκι.



ΑΠΟ ΤΟΝ
ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΤΑΘΟΠΟΥΛΟ
 


Περίπου δεκαέξι χιλιόμετρα βορειοανατολικά της πόλης της Χίου, στη διαδρομή για τα Καρδάμυλα, ο δρόμος στρίβει και η θάλασσα μπαίνει ξαφνικά μέσα στη στεριά. Ο όρμος της Κολοκυθιάς είναι ένας βαθύς, κλειστός κολπίσκος σαν φιόρδ, με πευκόφυτη πλαγιά από τη μια μεριά και τα σπίτια του χωριού από την άλλη. Στην είσοδο του οικισμού, οι βάρκες δένουν σε ένα στενό κανάλι με ευκαλύπτους, το Γλυφό, που το λένε έτσι επειδή εκεί τα νερά των πηγών σμίγουν με τη θάλασσα και γίνονται γλυφά. Απέναντι, στο βάθος, οι Οινούσσες.

Η Λαγκάδα είναι από τα ελάχιστα χωριά της Χίου που χτίστηκαν πάνω στο κύμα. Οι κάτοικοί της κατέβηκαν σταδιακά από την Κυδιάντα, ένα ορεινό χωριό λίγο πιο πάνω, που εγκαταλείφθηκε οριστικά στα τέλη της δεκαετίας του 1940, και στράφηκαν στη θάλασσα, ως ναυτικοί και ψαράδες. Ο τόπος έχει και αρχαίο αποτύπωμα: στο ακρωτήρι βόρεια του χωριού, στο Δελφίνι, οι Αθηναίοι οχύρωσαν το 412 π.Χ. τη θέση του Δελφινίου, στα χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου, όπως αναφέρει ο Θουκυδίδης.

Η σάλα του Πάσσα

Στην προκυμαία, με τα τραπέζια ακριβώς πάνω στο νερό, λειτουργεί από το 1952 η παλαιότερη ψαροταβέρνα του χωριού: ο Πάσσας. Πριν από τον πόλεμο ήταν καφενείο, σήμερα τη δουλεύει η τέταρτη γενιά της οικογένειας, ο Γιώργος Πάσσας με τον θείο του τον Νικολή.

Όταν μπήκαμε, τους βρήκαμε όλους στη σάλα: ολόκληρη την οικογένεια και τους συνεργάτες τους, καθισμένους γύρω από τραπέζια γεμάτα φρέσκο γαριδάκι, να το καθαρίζουν με τα χέρια, ένα προς ένα. Δουλειά με υπομονή, που κρατά ώρες ολόκληρες, για έναν από τους πιο δημοφιλείς μεζέδες. Ο Γιώργος μάς μίλησε για το χωριό και για την κουζίνα του χωρίς να παινέψει τίποτα: τα ψάρια έρχονται από τους ψαράδες της Λαγκάδας, το χταπόδι λιάζεται επιτόπου πριν πέσει στα κάρβουνα, το τυρί το φέρνει βοσκός από τα γύρω χωριά. Στο τραπέζι, τα πιάτα που ξεχωρίζουν: γαριδόπιτα, μαριδόπιτα, αθερίνα τηγανητή, ψητό καλαμάρι, μπαρμπούνια.

Μετά το φαγητό περπατήσαμε μαζί του στην προβλήτα. Τα ψαροκάικα ήταν αραγμένα, το νερό ακίνητο μέσα στον κλειστό όρμο, τα φώτα του χωριού καθρεφτίζονταν. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Χιώτες της πόλης κατεβαίνουν εδώ τα βράδια για ούζο, αφού η Λαγκάδα είναι το κοντινό τους καταφύγιο, μόλις είκοσι λεπτά μακριά.

Γύρω από τον όρμο


Λίγο πιο κάτω, η Συκιάδα σκαρφαλώνει αμφιθεατρικά στο ύψωμά της, με το μικρό της λιμανάκι, τον Παντουκιό, να κρύβεται ένα χιλιόμετρο ανατολικά. Προς τα Καρδάμυλα, η παραλία του Δελφινιού απλώνεται κάτω από τον λόφο της αρχαίας οχύρωσης. Και επιστρέφοντας προς την πόλη, στον Βροντάδο, αξίζει μια στάση στη Δασκαλόπετρα, τον βράχο όπου η παράδοση θέλει τον Όμηρο να διδάσκει.

Αν βρεθείτε στο νησί στις 17 Σεπτεμβρίου, η Λαγκάδα γιορτάζει την Αγία Σοφία με πανηγύρι στο λιμάνι και γλέντι ως το πρωί. Αλλιώς, μια καλοκαιρινή βραδιά φτάνει: ένα τραπέζι του Πάσσα δίπλα στο νερό, μια γαριδόπιτα, και το γαριδάκι μέσα της καθαρισμένο ένα ένα, το ίδιο μεσημέρι, στη σάλα.

Info: Η Λαγκάδα απέχει περίπου 16 χλμ. από την πόλη της Χίου (20΄ με αυτοκίνητο), στη διαδρομή προς Καρδάμυλα. Ψαροταβέρνα «Ο Πάσσας»: στην προκυμαία, τηλ. 22710 74218.


























Πώς να μαγειρεύετε σωστά τα ψάρια - How to cook fish properly: Techniques and useful secrets



 

                                                          

Τεχνικές και χρήσιμα μυστικά

                                                          


Τα ψάρια πρωταγωνιστούν στο καλοκαιρινό τραπέζι, αρκεί να μαγειρευτούν σωστά για να αναδείξουν τη γεύση και τη ζουμερή υφή τους. Από το τηγάνι και τον φούρνο μέχρι τη σχάρα, λίγες βασικές τεχνικές μπορούν να κάνουν τη διαφορά στο τελικό αποτέλεσμα.

Βασικές αρχές για να μαγειρεύουμε τα ψάρια

Το καλοκαίρι, που η ζωή των περισσότερων πλησιάζει στη θάλασσα περιστασιακά ή για μεγαλύτερο διάστημα, είναι φυσικό να επιθυμούμε να φάμε περισσότερο ψάρι. Άλλωστε το γεγονός ότι τα ψάρια είναι η πιο ελαφριά πρωτεΐνη χωρίς λιπαρά, εύπεπτη και φίνα, ανάγει τη ψαροφαγία στη πιο δημοφιλή γαστρονομική συνήθεια του καλοκαιριού.

Παρόλο βέβαια που για τα ίδια τα ψάρια το καλοκαίρι δεν είναι η ιδανική περίοδος για αλίευση.  Ας θυμηθούμε λοιπόν μερικές βασικές αρχές και μυστικά για το σωστό μαγείρεμα των κάθε λογής ψαριών και ας σημειώσουμε κάποιες ενδιαφέρουσες προτάσεις για υπέρβαση των συνηθειών μας.

Γρήγορη διαχείριση

Το πρώτο σημαντικό για μαγείρεμα όλων των ψαριών είναι ότι θέλουν γρήγορη διαχείριση ώστε να μη στεγνώσουν. Η εσωτερική θερμοκρασία ενός ψαριού αρκεί να φτάσει στους 60°C, προκειμένου οι πρωτεΐνες στους μύες τους να μετουσιωθούν από ημιδιάφανες σε λευκές, δείγμα ότι έχουν μαγειρευτεί όσο ακριβώς χρειάζεται.

Το λάθος που κάνουν οι περισσότεροι είναι ότι υπερεκτιμούν τον ελάχιστο χρόνο που χρειάζεται να επιτευχθεί αυτή η εσωτερική θερμοκρασία στο πιο χοντρό σημείο, στο κέντρο της πλάτης τους, και αφήνουν τα ψάρια να παραψηθούν με το φόβο ότι θα μείνουν άψητα. Μια τσιπούρα ή ένα λαβράκι ενός κιλού σε ένα ταψί στο φούρνο στους 200°C, δεν χρειάζεται πάνω από 30’ για να φτάσει την εσωτερική θερμοκρασία που είναι ζουμερό, με τη σάρκα να αποκολλάται απ’ τα κόκκαλα..

Αν η τσιπούρα είναι μεγαλύτερη, για κάθε μισό κιλό πάνω απ’ το πρώτο, προσθέτετε 5’ στο χρόνο ψησίματος. Κάτι αντίστοιχο θα χρειαστεί και σε σχάρα με χωνεμένη θράκα, ενώ σε τηγάνι ο χρόνος θα είναι πολύ μικρότερος. Αν δε ψήσουμε μόνο τα φιλέτα μιας τσιπούρας απ’ αυτές που βρίσκουμε στα σουπερμάρκετ σε τηγάνι, δε θα χρειαστούν πάνω από 6’-7’.

Σε ψάρια με άλλη δομή σώματος από τη τσιπούρα ή το λαβράκι, πιο ογκώδη και με πιο ρωμαλέα σάρκα, όπως τα μεγάλα πετρόψαρα (ροφός, στείρα, σφυρίδα) ο βασικός χρόνος ψησίματος για το πρώτο κιλό πάει στα 35’ και ο επιπλέον για κάθε μισό κιλό στα 7’. Για ένα ψάρι που βρίσκεται από πλευράς σωματοδομής κάπου ανάμεσα, όπως το μαγιάτικο, υπολογίστε αντίστοιχα χρόνους ελαφρά μικρότερους απ’ τα πετρόψαρα.

Ένας εξαιρετικός εμπειρικός κανόνας για να καταλαβαίνετε ότι ένα ψάρι έχει ψηθεί όσο χρειάζεται είναι να προσπαθήσετε να αποκολλήσετε το πρώτο ραχιαίο πτερύγιο. Αν βγαίνει άνετα, το ψάρι σας είναι έτοιμο.

Στο τηγάνισμα, το αλεύρωμα είναι απαραίτητο γιατί διασφαλίζει ότι θα δημιουργηθεί μια εξωτερική κρούστα γύρω απ’ το ψάρι και η ίδια η σάρκα του ψαριού δεν θα στεγνώσει απ’ το καυτό λάδι, αλλά το ψάρι θα μαγειρευτεί επί της ουσίας στα ζουμιά του, μέσα σ’ αυτό τον κλωβό αλευριού. Όπως αντίστοιχα θα συνέβαινε και αν ψήναμε το ψάρι στη λαδόκολλα ή σε κρούστα αλατιού.

Τα τηγανητά ψάρια θέλουν οπωσδήποτε υψηλή θερμοκρασία στο λάδι, γύρω στους 160°C, γι’ αυτό δεν συνίσταται το εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο, αλλά είτε ένα απλό ελαιόλαδο ραφινέ ή ηλιέλαιο που έχουν υψηλή θερμοκρασία αντοχής.




Ποια ψάρια ταιριάζουν καλύτερα σε τηγάνι, φούρνο και σχάρα

Σε γενικές γραμμές τα ψάρια που ταιριάζουν στο τηγάνι είναι μικρά αφρόψαρα (γαύρος, αθερίνα, μαρίδα, γόπα) και μικρά πετρόψαρα ή ψάρια βυθού (σπάρος, μουρμούρα, κουτσομούρα, μπαρμπούνι, λυθρίνι). Αυτά που δεν ταιριάζουν στο τηγάνι αλλά ζητούν ψήσιμο είναι ψάρια που έχουν πολλά λιπαρά, με πρώτη τη σαρδέλα που γίνεται υπέροχη σε φούρνο και ειδικά στα κάρβουνα. Το ίδιο ισχύει για όλα τα αφρόψαρα χωρίς λέπια, από σαφρίδι και τσίρο, ως κολιό και παλαμίδες.

Σημειώνω εδώ μερικές ενδιαφέρουσες εκπλήξεις για ψάρια που έχουμε συνηθίσει να τα μαγειρεύουμε διαφορετικά αλλά γίνονται υπέροχα στα κάρβουνα. Πρώτο και καλύτερο η σκορπίνα που είθισται να καταλήγει σε σούπες, αλλά ψητή στα κάρβουνα είναι αριστουργηματική, προσομοιάζοντας σε γεύση τον αστακό, αρκεί να μη παραψηθεί.

Επίσης έκπληξη στο ψήσιμο είναι η γόπα, που συνήθως τη τηγανίζουμε, αλλά ειδικά οι πιο μεγάλες γόπες όπου τα κόκαλά τους αφαιρούνται πιο εύκολα, γίνονται εκπληκτικές ψητές. Το ίδιο και τα μεγάλα κεφαλόπουλα. Τέλος, αν σας αρέσει η ένταση του ιωδίου, δοκιμάστε σκάρους ψητούς για να απογειωθεί η γεύση σας!

Μερικά βασικά μυστικά στο ψήσιμο ψαριών σε σχάρα είναι τα εξής:

• Πάντα καθαρή σχάρα που έχει κάψει και πάντα πάνω σε ήπια θράκα.
• Δε βάζουμε λάδι στη σχάρα, αλλά λαδώνουμε ελάχιστα το ψάρι πριν το ακουμπήσουμε σ’ αυτή.
• Ποτέ δε κάνουμε κοψίματα στη πλάτη, γιατί στεγνώνουμε πολύτιμο κρέας. Αφήστε το ψάρι ολόκληρο να ψηθεί ήπια.
• Τέλος, δεν κάνουμε πολλά γυρίσματα όπως στα κρεατικά, γιατί κινδυνεύουμε να το διαλύσουμε. Γυρνάμε το ψάρι μόνο αφού το αποκολλήσουμε με εύκαμπτη σπάτουλα απ’ τη σχάρα.



Ένα απ’ τα ψάρια που θεωρώ γευστικές εκπλήξεις είναι το χριστόψαρο, που ιδανικά γίνεται ποσέ (δηλαδή με λίγο νερό και λάδι) ή σε παπιγιότ (δηλαδή σε λαδόκολλα). Πρόκειται για ψάρι με εξαιρετικά φίνα και λεπτή γεύση. Ένα ακόμη άγνωστο είδος, που αξίζει να δοκιμάσετε, είναι οι κατσούλες, που είναι ιδανικές για τηγάνισμα και μάλιστα με βούτυρο. Και βέβαια αυτό που θα σας εντυπωσιάσει με τη λευκή, φίνα σάρκα του, αν κάποιος σας το καθαρίσει όπως πρέπει, είναι η σμέρνα, που εκτός από τηγανητή και βραστή, γίνεται υπέροχη και ψητή.

Fish take center stage on the summer table, as long as they are cooked correctly to bring out their full flavor and juicy texture. From the frying pan and the oven to the grill, a few basic techniques can make all the difference in the final result.Basic Principles for Cooking FishIn summer, when most people’s lives revolve around the sea — even if only occasionally or for a longer period — it’s natural to want to eat more fish. After all, fish is the lightest, leanest protein, easy to digest, and refined, which makes eating fish the most popular culinary habit of the season.Although for the fish themselves, summer is not the ideal fishing period. Let’s therefore recall some basic principles and secrets for cooking all kinds of fish properly, and note a few interesting suggestions to help us move beyond our usual habits.Quick HandlingThe most important thing when cooking any fish is to handle it quickly so it doesn’t dry out. The internal temperature of a fish only needs to reach 60°C for the muscle proteins to change from translucent to white — a clear sign that it has been cooked just enough.The most common mistake people make is overestimating the minimum time needed to reach this internal temperature at the thickest part (the center of the back). Out of fear that the fish will remain raw, they end up overcooking it. A 1 kg gilthead sea bream or sea bass in a baking tray at 200°C in the oven needs no more than 30 minutes to reach the perfect juicy internal temperature, with the flesh pulling away easily from the bones.If the sea bream is larger, add 5 minutes of cooking time for every additional 500 g beyond the first kilo. A similar rule applies when grilling over well-established coals. In a frying pan, the time will be much shorter. If you’re pan-frying only fillets (the ones commonly found in supermarkets), they will need just 6–7 minutes.For fish with a different body structure — bulkier and with firmer flesh, such as large groupers or rockfish (grouper, wreckfish, swordfish, etc.) — the base cooking time for the first kilo is 35 minutes, with an extra 7 minutes for every additional 500 g. For fish that fall somewhere in between in terms of body structure, such as amberjack, use times slightly shorter than those for rockfish.An excellent practical test to check if a fish is ready: try to pull off the first dorsal fin. If it comes away easily, your fish is perfectly cooked.Pan-FryingWhen frying, coating the fish in flour is essential. It creates a protective crust around the fish, preventing the flesh from drying out due to the hot oil. Instead, the fish essentially steams in its own juices inside this flour “cage.” The same principle applies when baking fish in parchment paper or in a salt crust.Fried fish requires high oil temperature, around 160°C. For this reason, extra virgin olive oil is not recommended. Use regular refined olive oil or sunflower oil instead, as both have a higher smoke point. 

Αμοργιανές τυρόπιτες- Amorgos-style cheese pies

 







Στην Αμοργό  «μαστορεύουν» τις πιο νόστιμες τυρόπιτες τηγανιού .Η συνταγή είναι προσαρμοσμένη εάν δυσκολευτούμε να βρούμε ξινομυζήθρα, ένα μείγμα φέτας και ανθότυρου

Υλικά

    Μερίδες: 20-22 τεμ.

    Για το ζυμάρι

  • 400 γρ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις + επιπλέον για το άνοιγμα της ζύμης
  • 160 ml νερό
  • 40 ml ρακή
  • 80 ml ε.π. ελαιόλαδο
  • 3/4 κουτ. γλυκού αλάτι
  • Για τη γέμιση

  • 300 γρ. ξινομυζήθρα ή 200 γρ. ανθότυρο + 100 γρ. φέτα
  • 1/4 κουτ. γλυκού κανέλα, σε σκόνη
  • 1/4 κουτ. γλυκού μαύρο πιπέρι, φρεσκοτριμμένο
  • 2 κουτ. σούπας γάλα
  • Για το τηγάνισμα

  • ε.π. ελαιόλαδο


Διαδικασία

Βήμα 1

Ζυμάρι: Σε ένα μπολ βάζουμε όλα τα υλικά για το ζυμάρι, ζυμώνουμε για 5΄ και αφήνουμε τη ζύμη να ξεκουραστεί για 30΄.

Γέμιση: Σε ένα μπολ ανακατεύουμε όλα τα υλικά για τη γέμιση. Χωρίζουμε τη ζύμη σε 4 κομμάτια και σε ελαφρώς αλευρωμένο πάγκο ανοίγουμε τα ζυμάρια σε φύλλο περίπου 1,5 εκ. Κόβουμε με κουπ-πατ 6-8 εκ., γεμίζουμε με τυρί και κλείνουμε πολύ καλά τις άκρες δημιουργώντας μισοφέγγαρα.

Βήμα 2

Σε μεγάλο τηγάνι βάζουμε το ελαιόλαδο να ζεσταθεί πολύ καλά, τηγανίζουμε τα τυροπιτάκια και από τις δύο πλευρές και τα ακουμπάμε σε απορροφητικό χαρτί για λίγα λεπτά. Εναλλακτικά, τις ψήνουμε στον φούρνο αλειμμένες με λίγο ελαιόλαδο. Τρώγονται το ίδιο καλά ζεστές αλλά και σε θερμοκρασία δωματίου.


Πώς είναι η ζωή στους Λειψούς για ένα ζευγάρι που επέλεξε να μείνει στο νησί και άνοιξε ταβέρνα

 Οι Λειψοί ή Λειψώ είναι συστάδα 30 νησιών (24 νησίδες και 6 βράχοι) στο νοτιο-ανατολικό Αιγαίο. Απέχει 173,2 ν.μ. από τον Πειραιά και έχει 778 κατοίκους,σύμφωνα με την απογραφή του 2021. Η Λειψώ, το κύριο νησί από το οποίο και προέρχεται το όνομα της συστάδας αυτής, βρίσκεται ανάμεσα στην Πάτμο (10,2 ν.μ. ανατολικά) και τη Λέρο (8 ν.μ. βόρεια) και λίγο ανατολικότερα της νοητής ευθείας που τις ενώνει, στα βόρεια Δωδεκάνησα.



Ονομασία

Η ονομασία είναι αρχαία. Σε επιγραφές προχριστιανικών χρόνων εμφανίζεται το όνομα Λεψία, ενώ στα χριστιανικά χρόνια αναφέρεται η ονομασία του νησιού με τις μορφές: Λειψός, Λιψός και Λειψώ 

Καλό φαγητό, ελληνικά προϊόντα και ιστορίες καθημερινής ζωής στην άκρη του Αιγαίου.

ΑΠΟ ΤΟΝΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΤΡΟΥΔΗ







Μεσημέρι, γύρω στις 12, φτάνει το καράβι μου στους Λειψούς. Με μια πρώτη ματιά, το μικρό νησί στα βόρεια των Δωδεκανήσων μοιάζει με τις Κυκλάδες. Άσπρα σπίτια και λίγοι λόφοι, μαζί με ένα μικρό λιμάνι, συνθέτουν το σκηνικό που υποδέχεται κάθε επισκέπτη στους Λειψούς. Μέρος μικρό, μα αμέσως γοητευτικό και γεμάτο με μια αναζωογονητική ενέργεια που σε κάνει να νιώθεις άνετα και χαλαρά, λες και έχεις ξαναέρθει.

Στους Λειψούς, επισκέπτομαι την ταβέρνα “Vasilikos” και συνομιλώ με τους ιδιοκτήτες της, τον Κώστα και τη Δέσποινα. Ένα νέο ζευγάρι, σε ένα από τα πιο μακρινά νησιά της Ελλάδας, έχει σίγουρα να μας διηγηθεί πολύ ενδιαφέρουσες ιστορίες, που μαζί με ένα πιάτο φρέσκα ψάρια ημέρας και λίγο τσίπουρο γίνονται το ιδανικό συμπλήρωμα σε μια καλοκαιρινή μέρα.

Κάπως έτσι ξεκινάμε την κουβέντα μας. «Γιατί αποφασίσατε να ζήσετε στους Λειψούς;» είναι η πρώτη μου ερώτηση, ενώ ο Κώστας απαντά: «Ήταν μια απόφαση που ήρθε πολύ φυσικά. Εγώ ζούσα στις Σέρρες, όπου πήγα αρχικά ως φοιτητής από τον Έβρο και τελικά έμεινα σχεδόν είκοσι χρόνια. Εκεί δημιούργησα φιλίες ζωής, ανθρώπους που θεωρώ οικογένειά μου μέχρι σήμερα. Εκεί γνώρισα και τη Δέσποινα. Μαζί της γνώρισα και τους Λειψούς. Από την πρώτη φορά που ήρθα στο νησί ένιωσα κάτι διαφορετικό. Κάθε χρόνο επέστρεφα όλο και πιο συχνά και για μεγαλύτερα διαστήματα. Οι ήρεμοι ρυθμοί, οι αυθεντικοί άνθρωποι, η απλότητα και η ομορφιά του τόπου σε κάνουν, χωρίς να το καταλάβεις, να θέλεις να μείνεις σε αυτόν τον τόπο. Κάποια στιγμή, καταλάβαμε ότι δεν θέλαμε πια να ερχόμαστε μόνο για διακοπές ή για λίγο. Θέλαμε να χτίσουμε τη ζωή μας εδώ. Σήμερα, νιώθω ότι δεν άλλαξα μόνο τόπο κατοικίας. Άλλαξα τρόπο ζωής».

Όταν βρεθείς στους Λειψούς, η ερώτηση για τις πρώτες ύλες μιας ταβέρνας έρχεται σχεδόν από μόνη της και ο Κώστας σημειώνει χαρακτηριστικά: «Η φιλοσοφία μου είναι να προσφέρω στον επισκέπτη ό,τι ακριβώς θα έβαζα και στο δικό μου τραπέζι. Αυτό μας εκφράζει ως ανθρώπους. Χρησιμοποιούμε ό,τι καλό μπορεί να μας δώσει το νησί και, παράλληλα, συνεργαζόμαστε με μικρούς παραγωγούς από όλη την Ελλάδα, που δουλεύουν με μεράκι και ποιότητα. Δεν μας ενδιαφέρουν οι υπερβολές ούτε τα περίπλοκα πράγματα. Μας ενδιαφέρει η γεύση, η ποιότητα και η ειλικρίνεια. Πιστεύω ότι ένα καλό πιάτο δεν χρειάζεται πολλά. Χρειάζεται σωστή πρώτη ύλη, απλότητα και ανθρώπους γύρω από το τραπέζι».

 

Συνεχίζοντας την κουβέντα μας, παρατηρώ ότι δίπλα στην ταβέρνα υπάρχει κι ένα μικρό παντοπωλείο. Ρωτώ σχετικά τον Κώστα, χωρίς να χάσω την ευκαιρία, και εκείνος μου απαντά: «Για εμένα είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει ειλικρίνεια ανάμεσα στην κουζίνα και στο τραπέζι. Το παντοπωλείο δημιουργήθηκε ως φυσική συνέχεια του μαγαζιού. Ο επισκέπτης μπορεί να δει τις πρώτες ύλες, να γνωρίσει μικρούς Έλληνες παραγωγούς και να πάρει μαζί του κάτι που δοκίμασε και αγάπησε. Μας αρέσει η ιδέα ότι κάποιος μπορεί να επιστρέψει σπίτι του έχοντας μαζί του μια μικρή γεύση από τους Λειψούς και την Ελλάδα. Ένα προϊόν μπορεί να γίνει δώρο, ανάμνηση ή αφορμή να θυμηθεί μια όμορφη καλοκαιρινή στιγμή δίπλα στη θάλασσα».

Λίγο πριν τελειώσει το ποτήρι με το τσίπουρο και αδειάσει το πιάτο, ρωτάω τον Κώστα την τελευταία ερώτηση: «Σε τι διαφέρει η ζωή στους Λειψούς;» και εκείνος μου απαντά: «Υπάρχουν δυσκολίες στη ζωή ενός μικρού νησιού. Ο εφοδιασμός, οι μετακινήσεις, η απόσταση από τις μεγάλες πόλεις ή η εύρεση προσωπικού δεν είναι πάντα εύκολα. Υπάρχει, όμως, και κάτι που δύσκολα περιγράφεται. Η ενέργεια που σου δίνει καθημερινά η θάλασσα, η φύση και οι άνθρωποι γύρω σου. Προτιμώ να μη μένω στις δυσκολίες, αλλά σε αυτά που με γεμίζουν. Στον άνθρωπό μου, στους ανθρώπους που γνώρισα εδώ και σε έναν τόπο που με έκανε να νιώσω σπίτι μου. Και ειλικρινά, εύχομαι μετά από χρόνια να μπορώ να λέω ακριβώς τα ίδια. Επίσης, θέλω να παροτρύνω και άλλους ανθρώπους να βρουν έναν τόπο που τους ταιριάζει και να ζήσουν σε αυτόν όπως εμείς ζούμε στους Λειψούς».







Ζυμαρικά με τόνο και κάπαρη



Υλικά

1 κ. σ. ελαιόλαδο
1 μικρό κόκκινο κρεμμύδι, κομμένο σε λεπτές φέτες
140 γρ. τόνου σε ελαιόλαδο, χωρίς να έχει στραγγιστεί
1 κ. σ. κάπαρη, στραγγισμένη
1/4 κ. γλ. νιφάδες κόκκινου πιπεριού
225 γρ. ζυμαρικά (κατά προτίμηση σπαγγέτι)
1/2 κ. σ. ψιλοκομμένο φρέσκο μαϊντανό

Εκτέλεση

Ζεστάνετε το ελαιόλαδο σε ένα μεγάλο τηγάνι σε μέτρια φωτιά. Προσθέστε το κρεμμύδι και μαγειρέψτε μέχρι να αρχίσει να καραμελώνει, για περίπου 10 λεπτά. Προσθέστε τον τόνο με το λάδι, την κάπαρη και τις νιφάδες κόκκινου πιπεριού και σοτάρετε.
Βράστε σε μια μεγάλη κατσαρόλα με ελαφρώς αλατισμένο νερό τα ζυμαρικά για 1 λεπτό λιγότερο από ό,τι υποδεικνύει η συσκευασία. Ανακατέψτε περιστασιακά για να μην κολλήσουν. Σουρώστε, κρατώντας 1/2 φλιτζάνι από το νερό των ζυμαρικών που περιέχει άμυλο.
Προσθέστε τα μαγειρεμένα ζυμαρικά στο τηγάνι με τον τόνο και ανακατέψτε. Προσθέστε λίγο από το νερό των ζυμαρικών και ανακατέψτε ελαφρά για 1 έως 2 λεπτά ακόμα.
Πασπαλίστε με ψιλοκομμένο μαϊντανό και σερβίρετε αμέσως.